αμαρτία


αμαρτία
Παραβίαση θρησκευτικού κανόνα, που συνεπάγεται ποινή ή εξιλέωση ιερού χαρακτήρα. Αυτή η αντίληψη για την α. μπορεί να περιλάβει είτε παραβιάσεις απαγορεύσεων και παραλείψεις στην άψογη εφαρμογή των θρησκευτικών τύπων, χωρίς κανενός είδους ηθικό χαρακτήρα, είτε αθετήσεις και παραβάσεις που προϋποθέτουν εκλογή ή βούληση ενέργειας, που θέτει στη συνείδηση ένα ηθικό πρόβλημα, πέρα από το θρησκευτικό. Στη βάση της α. μπορεί να βρίσκεται η ιδέα μιας διατάραξης της ισορροπίας που ίσως δημιουργήσει δύσκολες καταστάσεις για ολόκληρο το κοινωνικό και θρησκευτικό σύστημα μιας κοινότητας, εμποδίζοντας κάθε μελλοντική πράξη έως τη στιγμή που ένας λατρευτικός τύπος εξιλέωσης θα αποκαταστήσει το σύστημα. Με την έννοια αυτή, για παράδειγμα, η αιγυπτιακή θρησκεία, που πίστευε πως μετά τον θάνατο οι ψυχές των νεκρών δικάζονται με ζύγισμα (ψυχοστασία), φανταζόταν πως στον άλλο δίσκο της ζυγαριάς καθόταν η Μάατ, η θεά που προσωποποιούσε την ίδια την ιδέα της ισορροπίας και τάξης, την οποία ενδεχομένως είχε διαταράξει αυτός που αμάρτησε. Στη βεδική θρησκεία, ένας θεός, o Βαρούνα, τύλιγε με τις θηλιές του αυτούς που ήταν ένοχοι παραβάσεων της επικρατούσας τάξης. Στην αρχαία Ελλάδα, η παρεμπόδιση της δράσης ως επακόλουθο της α. είχε την έννοια συσκότισης και σύγχυσης των φρενών (άτη) που οδηγούσε στην τρέλα. Την άτη προκαλούσε η ύβρις, η υπεροψία, η αλαζονεία, η έλλειψη μέτρου· με άλλα λόγια η υπέρβαση των ορίων της ίδιας της φύσης του ανθρώπου, που κατέληγε σε διατάραξη της ισορροπίας. Στους πρωτόγονους λαούς –αλλά και στην κλασική Ελλάδα– τα αρνητικά αποτελέσματα της α. τα θεωρούσαν μίασμα που μπορούσε να εξαλειφθεί με τελετουργικές πράξεις εξαγνισμού· από αυτές σημαντική είναι η εξομολόγηση του παραπτώματος, η οποία, με την αναπαραγωγή της πράξης χάρη στη μαγική δύναμη του λόγου, την κάνει σχεδόν ένα συγκεκριμένο πράγμα που μπορεί να εξαλειφθεί με κατάλληλη διαδικασία. Όμως, η ειδικότερη εξιλέωση είναι αυτή που αποβλέπει στην ανάκτηση της εύνοιας του όντος (θεότητα, πνεύμα, πρόγονος κλπ.) που θεωρείται ότι έχει προσβληθεί με το παράπτωμα ή του όντος που εγγυάται την τάξη την οποία προς στιγμή διατάραξε η α. Μερικές φορές, αυτός ο προσδιορισμός του όντος, όπως και η ίδια η αναζήτηση της α., που μπορεί να έγινε χωρίς επίγνωση, απαιτούν τις υπηρεσίες ενός μάντη. (θρησκ.) Στον χριστιανισμό, όπως και στον ιουδαϊσμό και τον ισλαμισμό, η α. περιορίζεται στην παραβίαση του θείου νόμου. Κατά τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η α. διακρίνεται στο προπατορικό αμάρτημα και στην προσωπική α. Το προπατορικό αμάρτημα είναι η α. που διέπραξαν ο Αδάμ και η Εύα, όχι ως άτομα, αλλά ως αντιπρόσωποι ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Οι πρωτόπλαστοι δημιουργήθηκαν από τον Θεό «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού», δηλαδή μια ιδιότητα που αναφέρεται σε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, η οποία ήταν πριν από την α. ενιαία και ακέραια. Με την α. οι πρωτόπλαστοι αρνήθηκαν την κοινωνία της αγάπης του Θεού και έτσι απέρριψαν τη δυνατότητα να γίνουν και αυτοί ένας κατά χάριν Θεός. Η άρνηση του ανθρώπου να ανταποδίδει την αγάπη του στον Θεό τον απομάκρυνε από Αυτόν. Έτσι, αυτό το χάσμα ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο αποτελεί και την ουσία της α. Ο απομακρυσμένος από τον Θεό άνθρωπος, με το προπατορικό αμάρτημα, καταδικάστηκε να ζει μονάχα βιολογικά και να φέρει πάνω του τον νόμο της φθοράς και του θανάτου. Αυτό το αμάρτημα εξαλείφεται με το άγιο βάπτισμα, όπου ο Χριστός μάς προσφέρει και πάλι την ένωση της ανθρώπινης φύσης με τον Θεό, που την πραγματοποίησε στον εαυτό Του με τη σταυρική θυσία και την ανάστασή Του. Στην προσωπική α., ο άνθρωπος εξακολουθεί να αμαρτάνει απέναντι στον Θεό, στους άλλους ανθρώπους και στον εαυτό του, με τη ροπή προς το κακό. Έτσι, η άρνηση του ανθρώπου να δέχεται και να προσφέρει την αγάπη, που είναι και η ουσία της α., τον διέστρεψε και τον έκανε εγωιστή. Γύρω από τον εγωισμό περιστρέφονται πάρα πολλές α. –τις ονομάζουμε θανάσιμες– που αν δεν τις αναγνωρίσει ο άνθρωπος, μπορούν να τον οδηγήσουν στον αιώνιο θάνατο, δηλαδή στην οριστική του απομάκρυνση από τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους. Τέτοιες θανάσιμες α. είναι η υπερηφάνεια, η πλεονεξία, η πορνεία, ο φθόνος, η γαστριμαργία, η μνησικακία και η αμέλεια (τα αποκαλούμενα επτά θανάσιμα αμαρτήματα). Όλες οι α. συγχωρούνται με το μυστήριο της μετάνοιας και μόνο μία μένει ασυγχώρητη: η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή η αμετανοησία.
* * *
η (Α ἁμαρτία)
1. παράβαση τού θείου νόμου, τών εντολών τής θρησκείας, αμάρτημα
2. παράνομη, αθέμιτη πράξη ή συμπεριφορά, παράπτωμα, αδίκημα
νεοελλ.
1. ευθύνη για κάποιο αμάρτημα
2. κακή σύμπτωση, ατυχία, κακοτυχία
3. σαρκικό αμάρτημα, συνουσία
4. ψυχική στενοχώρια, ταλαιπωρίες, βάσανα
5. το προπατορικό αμάρτημα
6. (μετων.) αμαρτωλός
7. φρ. «αυτός είναι παλιά αμαρτία», γέρασε μέσα στις αμαρτίες
«για τις αμαρτίες μου βρέθηκες μπροστά μου;», για να μέ βασανίζεις;
«είναι αμαρτία απ' τον Θεό», είναι κρίμα, είναι άδικο, δεν πρέπει να γίνει κάτι
«έχω αμαρτίες Κολοκοτρωνέικες», έχω μεγάλα και αλλεπάλληλα βάσανα
«παίρνω πάνω μου την αμαρτία», αναλαμβάνω την ευθύνη παράνομης πράξης άλλου
6. «πληρώνω αμαρτίες», τιμωρούμαι, ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι, υποφέρω
7. «σιχαίνομαι κάποιον σαν τις αμαρτίες μου», δηλ. πάρα πολύ (για απεχθή πρόσωπα)
αρχ.
1. αστοχία, αποτυχία
2. σφάλμα, πλάνη
3. φρ. «ἁμαρτία δόξης», σφάλμα κρίσεως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἁμαρτάνω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αμαρτία — η κ. αμάρτημα το грех, прегрешение, грехопадение: τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα вольные и невольные прегрешения; ΦΡ. το προπατορικό αμάρτημα первородный грех τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα семь смертных грехов είναι αμαρτία грешно πληρώνω… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁμαρτία — ἁμαρτίᾱ , ἁμαρτία a failure fem nom/voc/acc dual ἁμαρτίᾱ , ἁμαρτία a failure fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμαρτίᾳ — ἁμαρτίαι , ἁμαρτία a failure fem nom/voc pl ἁμαρτίᾱͅ , ἁμαρτία a failure fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαρτία — η 1. η παράβαση του ηθικού ή θεϊκού νόμου: Πήγα στον πνευματικό και εξομολογήθηκα τις αμαρτίες μου. 2. κρίμα, άδικο: Είναι αμαρτία να χάσουμε κι αυτή την ευκαιρία. 3. φρ., «Aυτός είναι παλιά αμαρτία», για άνθρωπο που γέρασε στη διαφθορά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμαρτία — [амартиа] ουσ. Θ. грех …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἁμάρτια — ἁμάρτημα failure neut nom/voc/acc pl ἁμάρτιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμάρτημα — αμαρτία η κ. αμάρτημα το грех, прегрешение, грехопадение: τα εκούσια και ακούσια αμαρτήματα вольные и невольные прегрешения; ΦΡ. το προπατορικό αμάρτημα первородный грех τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα семь смертных грехов είναι αμαρτία грешно… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁμαρτίας — ἁμαρτίᾱς , ἁμαρτία a failure fem acc pl ἁμαρτίᾱς , ἁμαρτία a failure fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμαρτίαι — ἁμαρτία a failure fem nom/voc pl ἁμαρτίᾱͅ , ἁμαρτία a failure fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θἀμάρτια — ἁμάρτια , ἁμάρτημα failure neut nom/voc/acc pl ἁμάρτια , ἁμάρτιον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)